Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to moon about
01
ονειροπολώ, περιφέρομαι αφηρημένα
to be lost in thought or act distracted, often sadly or dreamily
Informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
about
βασικό ρήμα
moon
ενεστώτας
moon about
γ΄ ενικό πρόσωπο
moons about
ενεστώτα μετοχή
mooning about
απλός αόριστος
mooned about
παθητική μετοχή
mooned about
Παραδείγματα
She mooned about the park, lost in memories of happier times.
Αυτή ονειροπολούσε στο πάρκο, χαμένη στις αναμνήσεις πιο ευτυχισμένων εποχών.



























