to moon about
moon
mu:n
moon
a
ə
ē
bout
ˈbaʊt
bawt

Ορισμός και σημασία του "moon about"στα αγγλικά

to moon about
01

ονειροπολώ, περιφέρομαι αφηρημένα

to be lost in thought or act distracted, often sadly or dreamily 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
about
βασικό ρήμα
moon
ενεστώτας
moon about
γ΄ ενικό πρόσωπο
moons about
ενεστώτα μετοχή
mooning about
απλός αόριστος
mooned about
παθητική μετοχή
mooned about
Παραδείγματα
He spent the afternoon mooning about after the breakup. 

Πέρασε το απόγευμα ονειροπολώντας μετά το χωρισμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store