moocher
Pronunciation
/mˈuːtʃɚ/

Ορισμός και σημασία του "moocher"στα αγγλικά

01

παράσιτο, τζαμπατζής

a person who habitually borrows or takes from others without giving back
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moochers
Παραδείγματα
The moocher took office supplies home constantly.
Ο παράσιτος έπαιρνε συνεχώς γραφεία στο σπίτι.

Λεξικό Δέντρο

moocher
mooch
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store