Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moocher
01
παράσιτο, τζαμπατζής
a person who habitually borrows or takes from others without giving back
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
moochers
Παραδείγματα
The moocher always "forgot" his wallet at dinner.
Ο παρασιτικός πάντα «ξέχαζε» το πορτοφόλι του στο δείπνο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
moocher
mooch



























