Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moocher
01
παράσιτο, τζαμπατζής
a person who habitually borrows or takes from others without giving back
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moochers
Παραδείγματα
The moocher took office supplies home constantly.
Ο παράσιτος έπαιρνε συνεχώς γραφεία στο σπίτι.
Λεξικό Δέντρο
moocher
mooch



























