moocher
moo
ˈmu:
moo
cher
ʧə
chē
matcher

Ορισμός και σημασία του "moocher"στα αγγλικά

01

παράσιτο, τζαμπατζής

a person who habitually borrows or takes from others without giving back 
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moochers
Παραδείγματα
The moocher always "forgot" his wallet at dinner. 

Ο παρασιτικός πάντα «ξέχαζε» το πορτοφόλι του στο δείπνο.

Λεξικό Δέντρο

moocher
mooch
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store