Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Monogram
01
μονόγραμμα, συνθηματικό
a design made of two or more interwoven letters, typically one's initials, used on stationery or embroidered on apparel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
monograms
Παραδείγματα
The handkerchief, with its delicate monogram in the corner, was a cherished heirloom in the family.
Το μαντήλι, με το λεπτό μονόγραμμά του στη γωνία, ήταν ένα πολύτιμο κειμήλιο στην οικογένεια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
monogram
gram



























