Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mongolian
01
μογγολικά, μογγολική γλώσσα
a family of Altaic language spoken in Mongolia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Mongolian languages
02
Μογγόλος, Μογγόλα
a member of the nomadic peoples of Mongolia
mongolian
01
μογγολικός, μογγολέζικος
of or relating to the region of Mongolia or its people or their languages or cultures
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
μογγολικός, σχετικός με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Μογγολίας
of or relating to the modern Mongolian People's Republic



























