Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Monarch
01
μονάρχης, βασιλιάς
a person who has the power to rule over a kingdom or empire, especially someone who inherits this power
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
monarchs
Παραδείγματα
The monarch’s coronation was a grand ceremony attended by dignitaries from around the world.
Ο στέψη του μονάρχη ήταν μια μεγαλοπρεπής τελετή στην οποία παρευρέθηκαν αξιωματούχοι από όλο τον κόσμο.
02
πεταλούδα μονάρχης, μονάρχης
an orange-and-black butterfly known for long migrations
Παραδείγματα
A monarch landed on the milkweed in the garden.
Ένας μονάρχης προσγειώθηκε στο γαλακτοφόρο στο κήπο.
Λεξικό Δέντρο
monarchal
monarchic
monarchism
monarch



























