Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mommy
01
μαμά, μανούλα
an informal or intimate name for mothers, used especially by children or when talking to children
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mommies
Παραδείγματα
His mommy picked him up and comforted him when he fell.
Η μαμά του τον σήκωσε και τον παρηγόρησε όταν έπεσε.



























