mollusk
mo
ˈmɒ
mo
llusk
ləsk
lēsk
mollusc

Ορισμός και σημασία του "mollusk"στα αγγλικά

01

μαλάκιο, κοχύλι

any invertebrate that lives in aquatic or damp habitats and has a soft unsegmented body, often covered with a shell 
mollusk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mollusks
Παραδείγματα
The beach was scattered with empty mollusk shells. 

Η παραλία ήταν διάσπαρτη με άδεια κελύφη μαλακίων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store