Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mollify
01
κατευνάζω, ηρεμώ
to do something that lessens someone's anger or sadness
Transitive: to mollify a person or their negative emotions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mollify
γ΄ ενικό πρόσωπο
mollifies
ενεστώτα μετοχή
mollifying
απλός αόριστος
mollified
παθητική μετοχή
mollified
Παραδείγματα
She mollified her upset friend by apologizing sincerely.
Καθησύχασε τον αναστατωμένο φίλο της ζητώντας συγγνώμη ειλικρινά.
02
μαλακώνω, κατευνάζω
to make something less stiff, harsh, or firm
Transitive: to mollify something rigid
Παραδείγματα
The rain mollified the dry soil, allowing the seeds to grow.
Η βροχή μαλάκωσε το ξηρό έδαφος, επιτρέποντας στις σπόρους να αναπτυχθούν.
03
κατευνάζω, καταπραΰνω
to decrease the intensity or severity of a situation
Transitive: to mollify intensity of something
Παραδείγματα
The medication is designed to mollify the pain after surgery.
Το φάρμακο σχεδιάστηκε για να κατευνάζει τον πόνο μετά τη χειρουργική επέμβαση.



























