Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Miscarriage
01
αμβλωση, αυτόματη έκτρωση
the loss of a fetus from the uterus before it can survive outside the womb
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
miscarriages
Παραδείγματα
She experienced a miscarriage early in her pregnancy.
Βίωσε μια αποβολή νωρίς στην εγκυμοσύνη της.
02
αποτυχία, άμβλωση
the collapse or failure of a plan or intended outcome
Παραδείγματα
The project had a miscarriage when funding unexpectedly fell through.
Το έργο υπέστη αποβολή όταν η χρηματοδότηση απέτυχε απροσδόκητα.
Λεξικό Δέντρο
miscarriage
carriage
carry



























