miscarriage
mis
mɪs
mis
ca
ˈkæ
rriage
rɪʤ
rij

Ορισμός και σημασία του "miscarriage"στα αγγλικά

01

αμβλωση, αυτόματη έκτρωση

the loss of a fetus from the uterus before it can survive outside the womb 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
miscarriages
Παραδείγματα
She experienced a miscarriage early in her pregnancy. 

Βίωσε μια αποβολή νωρίς στην εγκυμοσύνη της.

02

αποτυχία, άμβλωση

the collapse or failure of a plan or intended outcome 
Παραδείγματα
The project had a miscarriage when funding unexpectedly fell through. 

Το έργο υπέστη αποβολή όταν η χρηματοδότηση απέτυχε απροσδόκητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store