Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
at stake
01
σε κίνδυνο, επί κινδύνου
used to refer to something that is in danger of being lost or negatively impacted
Παραδείγματα
The safety of the workers is at stake due to the hazardous conditions.
Η ασφάλεια των εργαζομένων είναι σε κίνδυνο λόγω των επικίνδυνων συνθηκών.
02
σε κίνδυνο, υπό αμφισβήτηση
in question or at issue



























