Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
minty
01
μέντα, δροσερό σαν μέντα
having a fresh taste like peppermint
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
mintiest
συγκριτικός βαθμός
mintier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
taste, sensation, hygiene
Παραδείγματα
The minty toothpaste left her mouth feeling clean and refreshed after brushing.
Η μέντα οδοντόκρεμα άφησε το στόμα της να νιώθει καθαρό και δροσερό μετά το πλύσιμο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
minty
mint



























