Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Minority
01
μειονότητα
a small group of people who differ in race, religion, etc. and are often mistreated by the society
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
minorities
Παραδείγματα
The festival celebrated the traditions of local minority populations.
Το φεστιβάλ γιόρτασε τις παραδόσεις των τοπικών μειονοτήτων.
02
μειονότητα
the smaller in number or less dominant part of a group or two parts
Παραδείγματα
The proposal was rejected by the minority of council members who disagreed with it.
Η πρόταση απορρίφθηκε από την μειονότητα των μελών του συμβουλίου που διαφωνούσαν με αυτή.
03
μειονότητα
any age prior to reaching the legal age of adulthood
Παραδείγματα
She was still in her minority when she started her first job.
Ήταν ακόμη στην ανηλικότητά της όταν άρχισε την πρώτη της δουλειά.
Λεξικό Δέντρο
minority
minor



























