minimum wage
mi
ˈmɪ
mi
ni
ni
mum
məm
mēm
wage
weɪʤ
veij

Ορισμός και σημασία του "minimum wage"στα αγγλικά

01

ελάχιστος μισθός, κατώτατος μισθός

the lowest level of salary, set by the law 
minimum wage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The government increased the minimum wage to help low-income workers. 

Η κυβέρνηση αύξησε τον κατώτατο μισθό για να βοηθήσει τους εργαζόμενους χαμηλού εισοδήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store