Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Minimalism
01
μινιμαλισμός
a style of art, music, or design that arose in the 1950s and is associated with simplicity and uses only a limited number of elements
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Minimalism emphasizes simplicity and clarity in design.
Ο μινιμαλισμός τονίζει την απλότητα και τη σαφήνεια στο σχεδιασμό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
postminimalism
minimalism
minimal



























