Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Miniaturist
01
μικρογράφος, καλλιτέχνης μικρογραφιών
an artist who specializes in creating small scale, highly detailed works of art
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
miniaturists
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
miniaturist
miniature
mini



























