mineral vein
mi
ˈmɪ
mi
ne
ral
rəl
rēl
vein
veɪn
vein

Ορισμός και σημασία του "mineral vein"στα αγγλικά

01

ορυκτοφλέβας, στρώμα μεταλλεύματος

a layer of ore between layers of rock 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mineral veins
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store