Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mineral vein
01
ορυκτοφλέβας, στρώμα μεταλλεύματος
a layer of ore between layers of rock
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mineral veins



























