Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mind-altering
01
αλλοιωτικό του νου, επηρεάζοντας τη συνείδηση
(of a substance) affecting a person's mental state, perception, or consciousness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mind-altering
συγκριτικός βαθμός
more mind-altering
διαβαθμίσιμο



























