Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mince pie
01
μικρή πίτα γεμιστή με γλυκό κιμά, mince pie
a small pie or tart that is filled with sweet mincemeat, typically served at Christmas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mince pies
02
μάτι, κοίταγμα
(Cockney rhyming slang) an eye, mostly used in the plural
αργκό
Παραδείγματα
He's got blue mince pies.
Έχει μπλε mince pies.



























