to mill around
Pronunciation
/mˈɪl ɐɹˈaʊnd/
mill about

Ορισμός και σημασία του "mill around"στα αγγλικά

to mill around
[phrase form: mill]
01

περιφέρομαι άσκοπα, κινώ χωρίς σκοπό

to move in an area without a specific destination or purpose
to mill around definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
mill
ενεστώτας
mill around
γ΄ ενικό πρόσωπο
mills around
ενεστώτα μετοχή
milling around
απλός αόριστος
milled around
παθητική μετοχή
milled around
Παραδείγματα
After the meeting, employees tend to mill around the office, discussing work or socializing.
Μετά τη συνάντηση, οι εργαζόμενοι τείνουν να περιφέρονται στο γραφείο, συζητώντας για δουλειά ή κοινωνικοποιώντας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store