Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Milksop
01
μαλθακός, θηλυπρεπής
a weak, effeminate, or indecisive person, especially a man
Dated
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
milksops
Παραδείγματα
The milksop avoided all confrontation.
Ο αδύναμος απέφυγε κάθε αντιπαράθεση.



























