milksop
milk
ˈmɪlk
milk
sop
sɒp
sop

Ορισμός και σημασία του "milksop"στα αγγλικά

01

μαλθακός, θηλυπρεπής

a weak, effeminate, or indecisive person, especially a man 
milksop definition and meaning
παρωχημένο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
milksops
Παραδείγματα
The milksop refused to stand up to the bully. 

Ο δειλός αρνήθηκε να αντιμετωπίσει τον νταή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store