milker
mil
ˈmɪl
mil
ker
millermiler

Ορισμός και σημασία του "milker"στα αγγλικά

01

γαλακτοπαραγωγός, αγελάδα γάλακτος

cattle that are reared for their milk 
milker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
milkers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

milker
milk
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store