military service
Pronunciation
/mˈɪlətˌɛɹi sˈɜːvɪs/

Ορισμός και σημασία του "military service"στα αγγλικά

Military service
01

στρατιωτική θητεία, υπηρεσία στις ένοπλες δυνάμεις

the act of serving in the armed forces, either as a professional soldier or during a mandatory enlistment period
military service definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The government offers benefits to those who have completed military service.
Η κυβέρνηση προσφέρει οφέλη σε όσους έχουν ολοκληρώσει τη στρατιωτική θητεία.
02

στρατιωτική θητεία, κατοχή γης αντάλλαγμα για υπηρεσία στο στρατό του λόρδου

land tenure by service in the lord's army
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store