Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
military
01
στρατιωτικός, στρατιωτικό
relating to soldiers or the armed forces
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Military tactics dominated the discussion.
Οι στρατιωτικές τακτικές κυριάρχησαν στη συζήτηση.
02
στρατιωτικός, στρατηγικός
relating to the study or principles of warfare
Παραδείγματα
He specialized in military strategy at the academy.
Ειδικεύτηκε στη στρατιωτική στρατηγική στην ακαδημία.
03
στρατιωτικός, στρατιωτικής
carried out by members of the armed services rather than civilians
Παραδείγματα
The mission required military personnel only.
Η αποστολή απαιτούσε μόνο στρατιωτικό προσωπικό.
Military
Λεξικό Δέντρο
militarily
nonmilitary
unmilitary
military
militar



























