Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
middle-aged
01
μεσήλικας
(of a person) approximately between 45 to 65 years old, typically indicating a stage of life between young adulthood and old age
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most middle-aged
συγκριτικός βαθμός
more middle-aged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A middle-aged woman was running for office in the upcoming election.
Μια γυναίκα μεσήλικη ήταν υποψήφια στις επερχόμενες εκλογές.



























