middle-aged
mi
mi
ddle
dəl
dēl
aged
eɪʤd
eijd

Ορισμός και σημασία του "middle-aged"στα αγγλικά

middle-aged
01

μεσήλικας

(of a person) approximately between 45 to 65 years old, typically indicating a stage of life between young adulthood and old age 
middle-aged definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most middle-aged
συγκριτικός βαθμός
more middle-aged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The middle-aged man enjoyed his evening walks in the park. 

Ο άντρας μεσήλικης απολάμβανε τους βραδινούς περιπάτους του στο πάρκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store