Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
microelectronic
01
μικροηλεκτρονικός, σχετικός με τη μικροηλεκτρονική
pertaining to the design of small electronic components, circuits, and systems that enable the creation of compact and high-performing electronic devices
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Microelectronic components can be found in nearly all consumer electronics.
Τα μικροηλεκτρονικά εξαρτήματα μπορούν να βρεθούν σε σχεδόν όλα τα ηλεκτρονικά καταναλωτικά προϊόντα.
Λεξικό Δέντρο
microelectronic
electronic
electron



























