Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
micro
01
μικροσκοπικός, μικροσκοπικός
extremely small or minuscule in size
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most micro
συγκριτικός βαθμός
more micro
διαβαθμίσιμο
micro-
01
μικρο-, μίνι-
used to indicate something on a very small scale or at a microscopic level



























