Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mettlesome
01
θαρραλέος, αποφασισμένος
overflowing with courage and determination
Παραδείγματα
The athlete ’s mettlesome performance was celebrated by all.
Η θαρραλέα απόδοση του αθλητή γιορτάστηκε από όλους.
02
ενεργητικός, ενθουσιώδης
having a lot of energy and enthusiasm
Παραδείγματα
The child ’s mettlesome nature made him the leader of the playgroup.
Η θαρραλέα φύση του παιδιού τον έκανε τον ηγέτη της ομάδας παιχνιδιών.
Λεξικό Δέντρο
mettlesomeness
mettlesome
mettle
some



























