Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Metropolis
01
μητρόπολη, μεγάλη πόλη
a large, important city that serves as a significant economic, political, or cultural center for a region or country
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
metropolises
02
μητρόπολη, μεγάλη πόλη
people living in a large densely populated municipality



























