Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Metrical foot
01
μετρικό πόδι, ποίημα πόδι
a unit of rhythm or meter in poetry, consisting of one stressed syllable and one or more unstressed syllables
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
metrical feet



























