methanol
me
ˈmɛ
me
tha
θə
thē
nol
ˌnɒl
nol
methanal

Ορισμός και σημασία του "methanol"στα αγγλικά

01

μεθανόλη, μεθυλική αλκοόλη

a type of alcohol fuel produced from natural gas, coal, or biomass 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
methanols
Παραδείγματα
Methanol is used as an alternative fuel in some racing cars. 

Το μεθανόλη χρησιμοποιείται ως εναλλακτικό καύσιμο σε ορισμένα αγωνιστικά αυτοκίνητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store