metaphor
me
ˈmɛ
με
ta
τα
phor
ˌfɔr
φορ

Ορισμός και σημασία του "metaphor"στα αγγλικά

01

μεταφορά, στιλιστική φιγούρα

a figure of speech that compares two unrelated things to highlight their similarities and convey a deeper meaning 
metaphor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
metaphors
Παραδείγματα
He used the metaphor of a journey to describe the process of personal growth. 

Χρησιμοποίησε τη μεταφορά ενός ταξιδιού για να περιγράψει τη διαδικασία της προσωπικής ανάπτυξης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

metaphoric
metaphor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store