Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to metabolize
01
μεταβολίζω, μετατρέπω μέσω μεταβολισμού
to break down substances like food or drugs to produce energy or support various bodily functions
Transitive: to metabolize substances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
metabolize
γ΄ ενικό πρόσωπο
metabolizes
ενεστώτα μετοχή
metabolizing
απλός αόριστος
metabolized
παθητική μετοχή
metabolized
Παραδείγματα
Enzymes in the stomach help metabolize proteins into amino acids during the digestive process.
Τα ένζυμα στο στομάχι βοηθούν στην μεταβολή των πρωτεϊνών σε αμινοξέα κατά τη διαδικασία της πέψης.
Λεξικό Δέντρο
metabolize
metabol



























