Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Meronymy
01
μερονυμία, σχέση μέρους-όλου
a linguistic concept that describes the relationship between a word that represents a whole object and a word that represents a part or subset of that object
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
meronymies



























