Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Meridian
01
μεσημβρινός, γραμμή μεσημβρινού
one of the imaginary lines between the North Pole and the South Pole, drawn on maps to help pinpoint a location
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
meridians
Παραδείγματα
The Prime Meridian, located at Greenwich, England, serves as the reference point for measuring longitude around the globe.
Ο μεσημβρινός, που βρίσκεται στο Γκρίνουιτς, Αγγλία, χρησιμεύει ως σημείο αναφοράς για τη μέτρηση του γεωγραφικού μήκους σε όλο τον κόσμο.
02
αποκορύφωμα, ζενίθ
the highest point or stage of development, achievement, or power
Παραδείγματα
The empire reached its meridian under his rule.
Η αυτοκρατορία έφτασε στο κορυφαίο σημείο της υπό την κυριαρχία του.
meridian
01
μεσημβρινός, μεσημεριανός
occurring at or related to noon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The meridian sun cast short shadows on the ground.
Ο μεσημεριανός ήλιος έριχνε σύντομες σκιές στο έδαφος.
02
κορυφή, ζενίθ
at the peak or most developed stage
Παραδείγματα
The artist produced her finest work in her meridian years.
Η καλλιτέχνης παρήγαγε το καλύτερο έργο της στα μεσημβρινά της χρόνια.



























