Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Intellectual disability
01
διανοητική αναπηρία, νοητική καθυστέρηση
a condition where someone finds it hard to learn and do everyday things because of challenges with thinking and understanding
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intellectual disabilities
Παραδείγματα
Children with intellectual disabilities might need extra help with schoolwork and daily tasks.
Τα παιδιά με νοητική αναπηρία μπορεί να χρειάζονται επιπλέον βοήθεια με τις σχολικές εργασίες και τις καθημερινές εργασίες.



























