Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mendicant
01
επαίτης, ζητιάνος
a person who begs other people for food and money
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mendicants
Παραδείγματα
The mendicant approached passersby, asking for spare change and food.
Ο επαίτης πλησίασε τους περαστικούς, ζητώντας ψιλά και φαγητό.
02
επαιτών μοναχός, επαιτών θρησκευτικός
a male member of a religious order, such as the Franciscans, Dominicans, or Augustinians, who lives by begging and relies solely on donations for sustenance
Παραδείγματα
Mendicants depended entirely on the generosity of others.
Οι επαίτες εξαρτώνταν πλήρως από τη γενναιοδωρία των άλλων.
mendicant
01
επαιτητικός, ζητιανικός
surviving by begging, either by choice or necessity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Mendicant pilgrims lined the temple steps, seeking food and shelter.
Επαίτης προσκυνητές παρατάχθηκαν στα σκαλιά του ναού, ζητώντας φαγητό και καταφύγιο.



























