mendicant
Pronunciation
/mˈɛndɪkənt/

Ορισμός και σημασία του "mendicant"στα αγγλικά

01

επαίτης, ζητιάνος

a person who begs other people for food and money
mendicant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mendicants
Παραδείγματα
The film portrayed the life of a mendicant as both challenging and poignant.
Η ταινία απεικόνισε τη ζωή ενός επαίτη τόσο προκλητική όσο και συγκινητική.
02

επαιτών μοναχός, επαιτών θρησκευτικός

a male member of a religious order, such as the Franciscans, Dominicans, or Augustinians, who lives by begging and relies solely on donations for sustenance
Παραδείγματα
The mendicant carried only a satchel and a rosary.
Ο επαίτης κουβαλούσε μόνο ένα σακίδιο και ένα κομπολόι.
01

επαιτητικός, ζητιανικός

surviving by begging, either by choice or necessity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The mendicant lifestyle was both humble and spiritually disciplined.
Ο επαιτητικός τρόπος ζωής ήταν ταπεινός και πνευματικά πειθαρχημένος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store