Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Memory
01
ανάμνηση, μνήμη
something recalled or remembered from the past
Παραδείγματα
Childhood memories often resurface unexpectedly.
Οι παιδικές αναμνήσεις συχνά αναδύονται απροσδόκητα.
Παραδείγματα
The computer's memory was upgraded to 16GB to improve its performance and speed.
Η μνήμη του υπολογιστή αναβαθμίστηκε σε 16 GB για να βελτιωθεί η απόδοση και η ταχύτητά του.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
memories
Παραδείγματα
She relied on her memory to recall the lyrics to her favorite songs during karaoke night.
Βασίστηκε στη μνήμη της για να θυμηθεί τους στίχους των αγαπημένων της τραγουδιών κατά τη διάρκεια της βραδιάς καραόκε.
04
μνήμη, η μνήμη
the scientific study of how information is encoded, stored, and retrieved by the mind
Παραδείγματα
Memory is a key topic in cognitive psychology.
Η μνήμη είναι ένα βασικό θέμα στην γνωστική ψυχολογία.
Λεξικό Δέντρο
memorialize
memory



























