Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Memory
01
ανάμνηση, μνήμη
something recalled or remembered from the past
Παραδείγματα
The old house is full of family memories.
Το παλιό σπίτι είναι γεμάτο οικογενειακές αναμνήσεις.
Παραδείγματα
The technician replaced the faulty memory module to fix the computer ’s booting issue.
Ο τεχνικός αντικατέστησε το ελαττωματικό δομοστοιχείο μνήμης για να διορθώσει το πρόβλημα εκκίνησης του υπολογιστή.
Παραδείγματα
Alzheimer 's disease can affect memory and cognitive functions.
Η νόσος Αλτσχάιμερ μπορεί να επηρεάσει τη μνήμη και τις γνωστικές λειτουργίες.
04
μνήμη, η μνήμη
the scientific study of how information is encoded, stored, and retrieved by the mind
Παραδείγματα
Many universities offer courses in learning and memory.
Πολλά πανεπιστήμια προσφέρουν μαθήματα στη μάθηση και τη μνήμη.
Λεξικό Δέντρο
memorialize
memory



























