memoir
Pronunciation
/ˈmɛmˌwɑɹ/

Ορισμός και σημασία του "memoir"στα αγγλικά

01

απομνημονεύματα, αυτοβιογραφία

a written account of a person's own life experiences or a particular period in their life
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
memoirs
02

απομνημονεύματα, δοκίμιο

an essay on a scientific or scholarly topic
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store