membrane
memb
ˈmɛmb
memb
rane
reɪn
rein

Ορισμός και σημασία του "membrane"στα αγγλικά

01

μεμβράνη, επιμήκης

a thin sheet of tissue that separates or covers the inner parts of an organism 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
membranes
Παραδείγματα
The cell membrane protects the interior of the cell. 

Η μεμβράνη του κυττάρου προστατεύει το εσωτερικό του κυττάρου.

02

μεμβράνη, λεπτό φύλλο

a thin pliable sheet of material 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

membranous
membrane
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store