melange
me
meɪ
mei
lange
ˈlɒnʒ
lonzh
milling
mélange

Ορισμός και σημασία του "melange"στα αγγλικά

01

μείγμα

a motley assortment of things 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
melanges
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store