melange
me
ˈmɛ
με
lange
læng
λαινγκ
/mˈɛlænd‌ʒ/
mélange

Ορισμός και σημασία του "melange"στα αγγλικά

01

μείγμα

a motley assortment of things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
melanges
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store