Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
megalithic
01
μεγαλιθικός, σχετικός με τους μεγαλίθους ή τους ανθρώπους που τους έστησαν
of or relating to megaliths or the people who erected megaliths
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
archaeology, history, construction
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
megalithic
megalith



























