medicinal
Pronunciation
/məˈdɪsənəɫ/

Ορισμός και σημασία του "medicinal"στα αγγλικά

01

φαρμακευτικός, πικρή διαμάχη

bitter conflict; heated often violent dissension
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most medicinal
συγκριτικός βαθμός
more medicinal
διαβαθμίσιμο
02

φαρμακευτικός

having properties or qualities suitable for treating or curing illnesses or promoting health
Παραδείγματα
The company specializes in producing medicinal supplements derived from natural sources.
Η εταιρεία ειδικεύεται στην παραγωγή φαρμακευτικών συμπληρωμάτων που προέρχονται από φυσικές πηγές.

Λεξικό Δέντρο

medicinally
nonmedicinal
unmedicinal
medicinal
medicine
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store