medicinal
me
di
ˈdɪ
di
ci
si
nal
nəl
nēl

Ορισμός και σημασία του "medicinal"στα αγγλικά

01

φαρμακευτικός, πικρή διαμάχη

bitter conflict; heated often violent dissension 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most medicinal
συγκριτικός βαθμός
more medicinal
διαβαθμίσιμο
02

φαρμακευτικός

having properties or qualities suitable for treating or curing illnesses or promoting health 
Παραδείγματα
She brewed a cup of medicinal tea to soothe her sore throat. 

Έφτιαξε ένα φλιτζάνι φαρμακευτικό τσάι για να καταπραΰνει τον πονόλαιμο της.

Λεξικό Δέντρο

medicinally
nonmedicinal
unmedicinal
medicinal
medicine
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store