Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Medalist
01
μεταλλιούχος, νικητής με βάση την απόδοση
a golfer who achieves the lowest score in a medal play competition, earning them the title of medalist for that tournament
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
medalists
Παραδείγματα
The golfer became the medalist by shooting the lowest score of the day.
Ο γκόλφερ έγινε μεταλλιούχος πετυχαίνοντας το χαμηλότερο σκορ της ημέρας.
02
μεταλλιονίκης, νικητής μετάλλιου
someone who has won a medal in a competition, typically finishing in one of the top three positions
Παραδείγματα
Every medalist strives for excellence and dedication to achieve success in their sport.
Κάθε μεταλλιούχος προσπαθεί για αριστεία και αφοσίωση για να επιτύχει στην άθλησή του.
Λεξικό Δέντρο
medalist
medal



























