Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Medal
01
μετάλλιο, παράσημο
a flat piece of metal, typically of the size and shape of a large coin, given to the winner of a competition or to someone who has done an act of bravery in war, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
medals
Παραδείγματα
She won a gold medal in the swimming competition.
Κέρδισε ένα χρυσό μετάλλιο στον διαγωνισμό κολύμβησης.
Λεξικό Δέντρο
medalist
medal



























