meaty
meaty
'mi:ti
miti
mealy
meatier

Ορισμός και σημασία του "meaty"στα αγγλικά

01

κρεώδης, με μυρωδιά ή γεύση κρέατος

describing something that contains a lot of meat or smells or tastes like meat 
meaty definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
meatiest
συγκριτικός βαθμός
meatier
διαβαθμίσιμο
02

ουσιώδης, σχετικός

being on topic and prompting thought 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store