mayor
mayor
meɪə
meie
manormajor

Ορισμός και σημασία του "mayor"στα αγγλικά

01

δήμαρχος, πρόεδρος δημοτικού συμβουλίου

someone who is elected to be the head of a town or city 
mayor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mayors
Παραδείγματα
The mayor announced new plans for public transportation. 

Ο δήμαρχος ανακοίνωσε νέα σχέδια για τη δημόσια συγκοινωνία.

Λεξικό Δέντρο

mayoral
mayor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store