maturity
ma
tu
ˈtjʊə
tyue
ri
ty
ti
ti
majority

Ορισμός και σημασία του "maturity"στα αγγλικά

01

ωριμότητα, ενηλικίωση

the period of being physically grown or developed 
maturity definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
During maturity, individuals often reflect on their past experiences and strive for personal growth. 

Κατά τη διάρκεια της ωριμότητας, τα άτομα συχνά αναλογίζονται τις προηγούμενες εμπειρίες τους και προσπαθούν για προσωπική ανάπτυξη.

02

ωριμότητα, συνετότητα

the state and quality of being mentally and behaviorally rational and sensible 
Παραδείγματα
Tom admired his grandfather for his wisdom and maturity, gained through a lifetime of experiences. 

Ο Τομ θαύμαζε τον παππού του για τη σοφία και ωριμότητά του, που κέρδισε μέσα από μια ζωή εμπειριών.

03

ημερομηνία λήξης, προθεσμία

the date on which an obligation must be repaid 

Λεξικό Δέντρο

immaturity
prematurity
maturity
mature
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store