Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
matter of fact
01
something based on real facts, without any opinions or feelings
Παραδείγματα
I did n’t want to argue, but the matter of fact is that he was wrong.
Matter of fact
01
ζήτημα γεγονότος, σημείο γεγονότος
a disputed factual contention that is generally left for a jury to decide
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
matters of fact



























