matted
ma
ˈmæ
tted
tɪd
tid
matedmastedmalted

Ορισμός και σημασία του "matted"στα αγγλικά

01

μπερδεμένος, ακατάστατος

(of hair or fur) twisted and stuck into a dirty mass 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most matted
συγκριτικός βαθμός
more matted
διαβαθμίσιμο
02

ματ, απαλός

not reflecting light; not glossy 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store